Συνέχεια απο: Το τέταρτο φύλλο του τριφυλλιού

Πως θα μπορούσα να διστάσω να πάω ακόμη πιο κοντά; Να δω και μόνος μου πως μοιάζει η αξεπέραστη χάρη. Να δω αν έχει σάρκα και οστά. Αν είναι αλήθεια. Κι όσο πλησίαζα, τόσο περισσότερο ένιωθα την έλξη. Όταν ξαφνικά γύρισε και με κοίταξε, είδα το ίδιο το δικό μου βλέμμα να με κοιτά. Ποτέ πριν δεν είχα ξανανιώσει αυτή την αίσθηση. Ήταν αλήθεια. Δε θα ήμουν ποτέ πια μόνος.
Εκείνος χαμογέλασε σαν παιδί, καλωσορίζοντας με στον κόσμο του.

-Ξέρεις, για την καρδιά δεν υπάρχουν διαφορές, είπε, όμως ο νους από τη διαφορετικότητα εξαρτάται. Είναι καθαρά δική μας υπόθεση να γίνει ο κόσμος ένα.

-Διψώ.

Ψέλλισα αυθόρμητα, εκφράζοντας την αλήθεια που ξεπηδούσε από τα σπλάχνα μου. Μιαν αλήθεια που συνήθως υπέμενε ξεχασμένη στη σκόνη της ερήμου, τη μοίρα της. Το χαμόγελο του διπλασιάστηκε. Το ένιωσα στα μάτια και στ’ αυτιά, καθώς αφέθηκα ανυπεράσπιστα στο δικό μου χαμόγελο να με μεταμορφώσει.

-Μέσα σου είναι η πηγή που αναζητάς.

Έκλεισα τα μάτια. Το ήξερα. Πάντα το ήξερα, αλλά ποτέ δεν το είχα φανταστεί. Ποτέ κανένας δεν είχε φροντίσει να με πληροφορήσει για μένα. Μόνο για εκείνα που έπρεπε να καταφέρω με πληροφορούσαν, φορτώνοντας με συχνά με πράγματα που δεν με ενδιέφεραν καθόλου κι όμως, τα κουβαλούσα δίχως να δυσανασχετώ.

-Τι σημαίνει αυτό; Που μέσα;

Ξεστόμισα δίχως να το πολυσκεφτώ, μα απάντηση δεν πήρα. Η σιωπή αυτή όμως, ενεργοποίησε το νου μου να βυθιστεί στο βάθος της υπόθεσης, όσο ακριβώς εγώ μπορούσα να διακρίνω. Κοίταξα χαμηλά, αφήνοντας το βλέμμα μου να πλανηθεί προς τα μέσα. Το ερώτημα είχε τεθεί, άρα η απάντηση ήταν θέμα χρόνου. Τα μάτια μου πρέπει να έλαμψαν καθώς έφτασα στο συμπέρασμα αυτό. Είδα τη λάμψη τους πρώτα μέσα στα δικά του μάτια και μετά στο πρόσωπο του που φώτισε έξαφνα, σαν προβολέας, το σκοτάδι της άγνοιας που πλανιόταν τριγύρω.